τετοιώνω
•
- οικείοκάνω κάτι το οποίο δεν γνωρίζω πως λέγεται, ή δεν μπορώ ή δεν θέλω να το κατονομάσω Βικιλεξικό
- ιδιωματικόσυνουσιάζομαι Βικιλεξικό
- Απ' όλο το κορμί της ακτινοβολεί γενετήσιο κάλεσμα προς το σερνικό – οποιοδήποτε σερνικό. Αν δεν είχε τον ηθικό και κοινωνικο αυτοέλεγχο, θα τετοιωνόταν μ' όλο τον κόσμο.
Ετυμολογία
τετοιώνω < τέτοι(ος) + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τετοιώνω | τετοιώνεις | τετοιώνει | τετοιώνουμε | τετοιώνετε | τετοιώνουν / τετοιώνουνε |
| Παρατατικός | τέτοιωνα | τέτοιωνες | τέτοιωνε | τετοιώναμε | τετοιώνατε | τέτοιωναν / τετοιώναν / τετοιώνανε |
| Αόριστος | τέτοιωσα | τέτοιωσες | τέτοιωσε | τετοιώσαμε | τετοιώσατε | τέτοιωσαν / τετοιώσαν / τετοιώσανε |
| Μέλλοντας | θα τετοιώνω / θα τετοιώσω | θα τετοιώνεις / θα τετοιώσεις | θα τετοιώνει / θα τετοιώσει | θα τετοιώνουμε / θα τετοιώσουμε | θα τετοιώνετε / θα τετοιώσετε | θα τετοιώνουν / θα τετοιώνουνε / θα τετοιώσουν / θα τετοιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τετοιώσει | έχεις τετοιώσει | έχει τετοιώσει | έχουμε τετοιώσει | έχετε τετοιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τετοιώσει | είχες τετοιώσει | είχε τετοιώσει | είχαμε τετοιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τετοιώσει / να τετοιώνω / να τετοιώσω | να έχεις τετοιώσει / να τετοιώνεις / να τετοιώσεις | να έχει τετοιώσει / να τετοιώνει / να τετοιώσει | να έχουμε τετοιώσει / να τετοιώνουμε / να τετοιώσουμε | να έχετε τετοιώσει / να τετοιώνετε / να τετοιώσετε | να τετοιώνουν / να τετοιώνουνε / να τετοιώσουν / να τετοιώσουνε |
| Προστακτική | — | τέτοιωνε / τέτοιωσε | — | — | τετοιώνετε / τετοιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →