απαυτώνω
•
- προφορικόαποφυγή του χυδαιότερου γαμάω/γαμώ Βικιλεξικό
- την πήγε στο σπίτι του με σκοπό να την απαυτώσει
Ετυμολογία
απαυτώνω < απαυτ(ός) + -ώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απαυτώνω | απαυτώνεις | απαυτώνει | απαυτώνουμε | απαυτώνετε | απαυτώνουν / απαυτώνουνε |
| Παρατατικός | απαύτωνα | απαύτωνες | απαύτωνε | απαυτώναμε | απαυτώνατε | απαυτώναν / απαυτώνανε / απαύτωναν |
| Αόριστος | απαύτωσα | απαύτωσες | απαύτωσε | απαυτώσαμε | απαυτώσατε | απαυτώσαν / απαυτώσανε / απαύτωσαν |
| Μέλλοντας | θα απαυτώνω / θα απαυτώσω | θα απαυτώνεις / θα απαυτώσεις | θα απαυτώνει / θα απαυτώσει | θα απαυτώνουμε / θα απαυτώσουμε | θα απαυτώνετε / θα απαυτώσετε | θα απαυτώνουν / θα απαυτώνουνε / θα απαυτώσουν / θα απαυτώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απαυτώσει | έχεις απαυτώσει | έχει απαυτώσει | έχουμε απαυτώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απαυτώσει | είχες απαυτώσει | είχε απαυτώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απαυτώσει / να απαυτώνω / να απαυτώσω | να έχεις απαυτώσει / να απαυτώνεις / να απαυτώσεις | να έχει απαυτώσει / να απαυτώνει / να απαυτώσει | να έχουμε απαυτώσει / να απαυτώνουμε / να απαυτώσουμε | να απαυτώνετε / να απαυτώσετε | να απαυτώνουν / να απαυτώνουνε / να απαυτώσουν / να απαυτώσουνε |
| Προστακτική | — | απαύτωνε / απαύτωσε | — | — | απαυτώνετε / απαυτώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
απαυτώθηκααπαυτώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →