τετραγωνίζω
•
- δίνω σε κάτι τετράγωνο σχήμα (ενδεχομένως διατηρώντας το εμβαδόν που είχε Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τετραγωνίζω < αρχαία ελληνική τετραγωνίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τετραγωνίζω | τετραγωνίζεις | τετραγωνίζει | τετραγωνίζουμε | τετραγωνίζετε | τετραγωνίζουν / τετραγωνίζουνε |
| Παρατατικός | τετραγώνιζα | τετραγώνιζες | τετραγώνιζε | τετραγωνίζαμε | τετραγωνίζατε | τετραγωνίζαν / τετραγωνίζανε / τετραγώνιζαν |
| Αόριστος | τετραγώνισα | τετραγώνισες | τετραγώνισε | τετραγωνίσαμε | τετραγωνίσατε | τετραγωνίσαν / τετραγωνίσανε / τετραγώνισαν |
| Μέλλοντας | θα τετραγωνίζω / θα τετραγωνίσω | θα τετραγωνίζεις / θα τετραγωνίσεις | θα τετραγωνίζει / θα τετραγωνίσει | θα τετραγωνίζουμε / θα τετραγωνίσουμε | θα τετραγωνίζετε / θα τετραγωνίσετε | θα τετραγωνίζουν / θα τετραγωνίζουνε / θα τετραγωνίσουν / θα τετραγωνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τετραγωνίσει | έχεις τετραγωνίσει | έχει τετραγωνίσει | έχουμε τετραγωνίσει | έχετε τετραγωνίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τετραγωνίσει | είχες τετραγωνίσει | είχε τετραγωνίσει | είχαμε τετραγωνίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τετραγωνίσει / να τετραγωνίζω / να τετραγωνίσω | να έχεις τετραγωνίσει / να τετραγωνίζεις / να τετραγωνίσεις | να έχει τετραγωνίσει / να τετραγωνίζει / να τετραγωνίσει | να έχουμε τετραγωνίσει / να τετραγωνίζουμε / να τετραγωνίσουμε | να έχετε τετραγωνίσει / να τετραγωνίζετε / να τετραγωνίσετε | να τετραγωνίζουν / να τετραγωνίζουνε / να τετραγωνίσουν / να τετραγωνίσουνε |
| Προστακτική | — | τετραγώνιζε / τετραγώνισε | — | — | τετραγωνίζετε / τετραγωνίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →