τευτλοπαραγωγός
•
- επάγγελμαο άνθρωπος που παράγει τεύτλα Βικιλεξικό
- Στην Ελασσόνα η τοπική Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών παράγει δοκιμαστικά βιοντίζελ από ελαιοκράμβη που καλλιεργούν οι αγρότες της περιοχής εγκαταλείποντας άλλες καλλιέργειες, που πλέον δεν επιδοτούνται σημαντικά, ενώ στον Έβρο έχει ξεκινήσει η δοκιμαστική παραγωγή καυσίμων από τεύτλα, από τους ίδιους τους τευτλοπαραγωγούς σε συνεργασία με ιδιώτες. (*)
Ετυμολογία
τευτλοπαραγωγός < τεύτλο + -ο- + παραγωγός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τευτλοπαραγωγός | τευτλοπαραγωγοί |
| Γενική | τευτλοπαραγωγού | τευτλοπαραγωγών |
| Αιτιατική | τευτλοπαραγωγό | τευτλοπαραγωγούς |
| Κλητική | τευτλοπαραγωγέ | τευτλοπαραγωγοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →