τεύτλο
•
- λαχανικόγένος εδώδιμων, ποωδών φυτών, όπως το ζαχαρότευτλο, το σέσκουλο, το παντζάρι ή κοκκινογούλι κ.ά. Βικιλεξικό
- Στην Ελασσόνα η τοπική Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών παράγει δοκιμαστικά βιοντίζελ από ελαιοκράμβη που καλλιεργούν οι αγρότες της περιοχής εγκαταλείποντας άλλες καλλιέργειες, που πλέον δεν επιδοτούνται σημαντικά, ενώ στον Έβρο έχει ξεκινήσει η δοκιμαστική παραγωγή καυσίμων από τεύτλα, από τους ίδιους τους τευτλοπαραγωγούς σε συνεργασία με ιδιώτες.
- Το φέσι από τεύτλα και οι σκηνές Βενεζουέλας, στο κρατικό εργοστάσιο ζάχαρης, ας είναι η τελευταία εικόνα από παρόμοιες, όπως εκείνες με τα στέκια ναρκομανών και τα αφοδευτήρια... σε γνωστές ιστορικές βιομηχανικές εγκαταστάσεις της Αττικής και της Πάτρας. Η βιομηχανική Ελλάδα υπήρξε.
Ετυμολογία
τεύτλο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τεῦτλον. Παραβάλετε το κληρονομημένο σέσκουλο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τεύτλο | τεύτλα |
| Γενική | τεύτλου | τεύτλων |
| Αιτιατική | τεύτλο | τεύτλα |
| Κλητική | τεύτλο | τεύτλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →