Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τεφτέρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοτο σημειωματάριο Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοτο τετράδιο λογαριασμών ή καταγραφής χρεών Βικιλεξικό
    • Τέλος, δε χαλούσε χατίρι σε κανέναν, εξυπηρετούσε όχι μόνο το χωριό αλλά και τα γυροχώριουλα, και το τεφτέρι του ήτανε συνεχώς γεμάτο βερεσέδια. (Το χαρκιδιό: Ένας παραδοσιακός θησαυρός του Εμμανουήλ Φωτάκη, neakriti.gr, 21/09/2020 https://www.neakriti.gr/politismos/1589988_harkidio-enas-paradosiakos-thisayros-toy-emmanoyil-fotaki)
  3. παρωχημένοτο κιτάπι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τεφτέρι < (άμεσο δάνειο) τουρκική defter < αραβική دفتر (daftar) < αραμαϊκή דהפתּיר (defter) < αρχαία ελληνική διφθέρα (αντιδάνειο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτεφτέριτεφτέρια
Γενικήτεφτεριούτεφτεριών
Αιτιατικήτεφτέριτεφτέρια
Κλητικήτεφτέριτεφτέρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →