τεχνίτης
•
- επάγγελμαο επαγγελματίας που ασκεί μια τέχνη, συνήθως ένα χειρωνακτικό επάγγελμα, ή έχει μια ειδική τεχνική εκπαίδευση Βικιλεξικό
- Θα φωνάξω τον τεχνίτη για το βάψιμο του σπιτιού.
- Ήτον τεχνίτης ξυλογλύπτης ο Νίκος κ’ έβγαζε ταχτικά ίσαμ’ οχτώ δραχμές την ημέρα. Είχε πάρει μια δουλειά αποκοπή για δυο χιλιάδες κι ο μάστορας που του δούλευε τούδωσε ένα πεντακοσάρικο μπροστάντζα κ’ έτσι αποφάσισε να κάνη αυτό που τούλεγε η καρδιά του, να στεφανωθή τη Βεργινία. (Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα, Β, 1911)
- μεταφορικάαυτός που είναι εξαιρετικά επιδέξιος σε κάτι Βικιλεξικό
- Μεγάλος τεχνίτης του λόγου, τεχνίτης στην απάτη.
Ετυμολογία
τεχνίτης < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τεχνίτης. Συγχρονικά αναλύεται σε τέχν(η) + -ίτης.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τεχνίτης | τεχνίτες |
| Γενική | τεχνίτη | τεχνιτών |
| Αιτιατική | τεχνίτη | τεχνίτες |
| Κλητική | τεχνίτη | τεχνίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →