τεχνοκράτης
•
- στέλεχος του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα με ανώτατη κατάρτιση και εμπειρία σε συγκεκριμένο τεχνικό τομέα Βικιλεξικό
- που ασκεί το λειτούργημά του με βάση τη μελέτη κυρίως των αντικειμενικών δεδομένων και των οικονομικών μηχανισμών χωρίς να λαμβάνεται και τόσο υπόψη ο ανθρώπινος παράγων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τεχνοκράτης < τέχνη + -κράτης (< κρατώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τεχνοκράτης | τεχνοκράτες |
| Γενική | τεχνοκράτη | τεχνοκρατών |
| Αιτιατική | τεχνοκράτη | τεχνοκράτες |
| Κλητική | τεχνοκράτη | τεχνοκράτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →