Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τεχνοκράτης

/te.xnoˈkɾa.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. στέλεχος του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα με ανώτατη κατάρτιση και εμπειρία σε συγκεκριμένο τεχνικό τομέα Βικιλεξικό
  2. που ασκεί το λειτούργημά του με βάση τη μελέτη κυρίως των αντικειμενικών δεδομένων και των οικονομικών μηχανισμών χωρίς να λαμβάνεται και τόσο υπόψη ο ανθρώπινος παράγων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τεχνοκράτης < τέχνη + -κράτης (< κρατώ)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτεχνοκράτηςτεχνοκράτες
Γενικήτεχνοκράτητεχνοκρατών
Αιτιατικήτεχνοκράτητεχνοκράτες
Κλητικήτεχνοκράτητεχνοκράτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →