τεχνοκρατία
•
- πολιτικοοικονομική θεωρία ή σύστημα που δίνει έμφαση στην τεχνολογία ως παράγοντα προόδου και ευημερίας Βικιλεξικό
- πολιτικήσύστημα διακυβέρνησης κυρίως από τεχνοκράτες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τεχνοκρατία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική technocracy < αρχαία ελληνική τέχνη τεχνο- + -κρατία (κρατέω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τεχνοκρατία | τεχνοκρατίες |
| Γενική | τεχνοκρατίας | τεχνοκρατιών |
| Αιτιατική | τεχνοκρατία | τεχνοκρατίες |
| Κλητική | τεχνοκρατία | τεχνοκρατίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →