Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τεχνουργικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον τεχνουργό ή την τεχνουργία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τεχνουργικός < τεχνουργός / τεχνουργία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτεχνουργικόςτεχνουργικήτεχνουργικό
Γενικήτεχνουργικούτεχνουργικήςτεχνουργικού
Αιτιατικήτεχνουργικότεχνουργικήτεχνουργικό
Κλητικήτεχνουργικέτεχνουργικήτεχνουργικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτεχνουργικοίτεχνουργικέςτεχνουργικά
Γενικήτεχνουργικώντεχνουργικώντεχνουργικών
Αιτιατικήτεχνουργικούςτεχνουργικέςτεχνουργικά
Κλητικήτεχνουργικοίτεχνουργικέςτεχνουργικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →