τεχνουργικός
•
- που έχει σχέση με τον τεχνουργό ή την τεχνουργία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τεχνουργικός < τεχνουργός / τεχνουργία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τεχνουργικός | τεχνουργική | τεχνουργικό |
| Γενική | τεχνουργικού | τεχνουργικής | τεχνουργικού |
| Αιτιατική | τεχνουργικό | τεχνουργική | τεχνουργικό |
| Κλητική | τεχνουργικέ | τεχνουργική | τεχνουργικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τεχνουργικοί | τεχνουργικές | τεχνουργικά |
| Γενική | τεχνουργικών | τεχνουργικών | τεχνουργικών |
| Αιτιατική | τεχνουργικούς | τεχνουργικές | τεχνουργικά |
| Κλητική | τεχνουργικοί | τεχνουργικές | τεχνουργικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →