τεχνουργώ
•
- δημιουργώ κάτι με τέχνη ή με καλλιτεχνικό τρόπο, με καλλιτεχνικότητα Βικιλεξικό
- δημιουργώ κάτι τεχνικά μέσα ή εφαρμόζοντας κάποια τεχνική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τεχνουργώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τεχνουργῶ, συνηρημένος τύπος του τεχνουργέω < τεχνουργός < αρχαία ελληνική τέχνη + ἔργον
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τεχνουργώ | τεχνουργείς | τεχνουργεί | τεχνουργούμε | τεχνουργείτε | τεχνουργούν / τεχνουργούνε |
| Παρατατικός | τεχνουργούσα | τεχνουργούσες | τεχνουργούσε | τεχνουργούσαμε | τεχνουργούσατε | τεχνουργούσαν / τεχνουργούσανε |
| Αόριστος | τεχνούργησα | τεχνούργησες | τεχνούργησε | τεχνουργήσαμε | τεχνουργήσατε | τεχνουργήσαν / τεχνουργήσανε / τεχνούργησαν |
| Μέλλοντας | θα τεχνουργήσω / θα τεχνουργώ | θα τεχνουργήσεις / θα τεχνουργείς | θα τεχνουργήσει / θα τεχνουργεί | θα τεχνουργήσουμε / θα τεχνουργούμε | θα τεχνουργήσετε / θα τεχνουργείτε | θα τεχνουργήσουν / θα τεχνουργήσουνε / θα τεχνουργούν / θα τεχνουργούνε |
| Παρακείμενος | έχω τεχνουργήσει | έχεις τεχνουργήσει | έχει τεχνουργήσει | έχουμε τεχνουργήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τεχνουργήσει | είχες τεχνουργήσει | είχε τεχνουργήσει | είχαμε τεχνουργήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τεχνουργήσει / να τεχνουργήσω / να τεχνουργώ | να έχεις τεχνουργήσει / να τεχνουργήσεις / να τεχνουργείς | να έχει τεχνουργήσει / να τεχνουργήσει / να τεχνουργεί | να έχουμε τεχνουργήσει / να τεχνουργήσουμε / να τεχνουργούμε | να τεχνουργήσετε / να τεχνουργείτε | να τεχνουργήσουν / να τεχνουργήσουνε / να τεχνουργούν / να τεχνουργούνε |
| Προστακτική | — | τεχνούργησε | — | — | τεχνουργήστε / τεχνουργείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
τεχνουργήθηκατεχνουργούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →