τεϊοποσία
•
- η πόση τέιου, το να πίνει κάποιος τσάι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τεϊοποσία < (καθαρεύουσα) < τέϊ(ον) > τέι(ο) + -ο- + -ποσία (< πίνω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τεϊοποσία | τεϊοποσίες |
| Γενική | τεϊοποσίας | τεϊοποσιών |
| Αιτιατική | τεϊοποσία | τεϊοποσίες |
| Κλητική | τεϊοποσία | τεϊοποσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →