τζαμτζής
•
- επάγγελματεχνίτης που κόβει, πουλά ή τοποθετεί τζάμια σε πόρτες, παράθυρα και φωταγωγούς Βικιλεξικό
- τεχνίτης που κατασκευάζει τζαμόπορτες και τζαμαρίες Βικιλεξικό
- ιδιοκτήτης τζαμάδικου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τζαμτζής < τζάμι + -τζής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζαμτζής | τζαμτζήδες |
| Γενική | τζαμτζή | τζαμτζήδων |
| Αιτιατική | τζαμτζή | τζαμτζήδες |
| Κλητική | τζαμτζή | τζαμτζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →