Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τζαμτζής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελματεχνίτης που κόβει, πουλά ή τοποθετεί τζάμια σε πόρτες, παράθυρα και φωταγωγούς Βικιλεξικό
  2. τεχνίτης που κατασκευάζει τζαμόπορτες και τζαμαρίες Βικιλεξικό
  3. ιδιοκτήτης τζαμάδικου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τζαμτζής < τζάμι + -τζής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτζαμτζήςτζαμτζήδες
Γενικήτζαμτζήτζαμτζήδων
Αιτιατικήτζαμτζήτζαμτζήδες
Κλητικήτζαμτζήτζαμτζήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →