τζαμωτός
•
- που αποτελείται ή καλύπτεται από τζάμι(α) Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοτζαμωτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τζαμωτός < τζάμι + -ωτός < τουρκική cam
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τζαμωτός | τζαμωτή | τζαμωτό |
| Γενική | τζαμωτού | τζαμωτής | τζαμωτού |
| Αιτιατική | τζαμωτό | τζαμωτή | τζαμωτό |
| Κλητική | τζαμωτέ | τζαμωτή | τζαμωτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τζαμωτοί | τζαμωτές | τζαμωτά |
| Γενική | τζαμωτών | τζαμωτών | τζαμωτών |
| Αιτιατική | τζαμωτούς | τζαμωτές | τζαμωτά |
| Κλητική | τζαμωτοί | τζαμωτές | τζαμωτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →