τζαμί
•
- ισλαμισμόςμουσουλμανικός ναός, κτήριο όπου συναθροίζονται οι πιστοί του Ισλάμ για να προσευχηθούν. Βικιλεξικό
- «Γίνεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστιν σου ν’ αλλάξεις,
- να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιάν ν’ αφήσεις;»
- Κι εκείνος τ’ απεκρίθηκε, και με θυμόν τον λέγει·
- «Πάτε κι εσείς κι η πίστις σας, μουρτάτες, να χαθείτε·
- εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θέλ’ απεθάνω.
Ετυμολογία
τζαμί < (άμεσο δάνειο) τουρκική cami < αραβική جامع (cāmi)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζαμί | τζαμιά |
| Γενική | τζαμιού | τζαμιών |
| Αιτιατική | τζαμί | τζαμιά |
| Κλητική | τζαμί | τζαμιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →