Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τζαμί

/d͡zaˈmi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ισλαμισμόςμουσουλμανικός ναός, κτήριο όπου συναθροίζονται οι πιστοί του Ισλάμ για να προσευχηθούν. Βικιλεξικό
    • «Γίνεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστιν σου ν’ αλλάξεις,
    • να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιάν ν’ αφήσεις;»
    • Κι εκείνος τ’ απεκρίθηκε, και με θυμόν τον λέγει·
    • «Πάτε κι εσείς κι η πίστις σας, μουρτάτες, να χαθείτε·
    • εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θέλ’ απεθάνω.

Ετυμολογία

τζαμί < (άμεσο δάνειο) τουρκική cami < αραβική جامع (cāmi)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτζαμίτζαμιά
Γενικήτζαμιούτζαμιών
Αιτιατικήτζαμίτζαμιά
Κλητικήτζαμίτζαμιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

τζάμι

/ˈd͡za.mi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λεπτή διαφανής ή ημιδιαφανής πλάκα από γυαλί ή άλλο παρεμφερές υλικό που τοποθετείται σε ανοίγματα (πόρτες ή παράθυρα) Βικιλεξικό
  2. αργκόκάτι που ολοκληρώθηκε κατά τρόπο άψογο Βικιλεξικό
    • Η δουλειά έγινε τζάμι!

Ετυμολογία

τζάμι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική جام (τουρκική cam) < περσική جام (jâm)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτζάμιτζάμια
Γενικήτζαμιούτζαμιών
Αιτιατικήτζάμιτζάμια
Κλητικήτζάμιτζάμια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →