τζελ
•
- ημίρρευστη ουσία με παχύρρευστη ή κολλώδη υφή, που χρησιμοποιείται ως καλλυντικό, φαρμακευτικό ή τεχνικό μέσο σταθεροποίησης, επάλειψης ή προστασίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τζελ < αγγλική gel < gelatin < γαλλική gélatine < ιταλική gelatina < gelata < λατινική gelata < gelo < gelu < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gel- (κρύος)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →