τηγανίζω
•
- μαγειρεύω σε τηγάνι, συνήθως με τη χρήση λαδιού και σε υψηλή θερμοκρασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τηγανίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τηγανίζω | τηγανίζεις | τηγανίζει | τηγανίζουμε | τηγανίζετε | τηγανίζουν / τηγανίζουνε |
| Παρατατικός | τηγάνιζα | τηγάνιζες | τηγάνιζε | τηγανίζαμε | τηγανίζατε | τηγάνιζαν / τηγανίζαν / τηγανίζανε |
| Αόριστος | τηγάνισα | τηγάνισες | τηγάνισε | τηγανίσαμε | τηγανίσατε | τηγάνισαν / τηγανίσαν / τηγανίσανε |
| Μέλλοντας | θα τηγανίζω / θα τηγανίσω | θα τηγανίζεις / θα τηγανίσεις | θα τηγανίζει / θα τηγανίσει | θα τηγανίζουμε / θα τηγανίσουμε | θα τηγανίζετε / θα τηγανίσετε | θα τηγανίζουν / θα τηγανίζουνε / θα τηγανίσουν / θα τηγανίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τηγανίσει | έχεις τηγανίσει | έχει τηγανίσει | έχουμε τηγανίσει | έχετε τηγανίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τηγανίσει | είχες τηγανίσει | είχε τηγανίσει | είχαμε τηγανίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τηγανίσει / να τηγανίζω / να τηγανίσω | να έχεις τηγανίσει / να τηγανίζεις / να τηγανίσεις | να έχει τηγανίσει / να τηγανίζει / να τηγανίσει | να έχουμε τηγανίσει / να τηγανίζουμε / να τηγανίσουμε | να έχετε τηγανίσει / να τηγανίζετε / να τηγανίσετε | να τηγανίζουν / να τηγανίζουνε / να τηγανίσουν / να τηγανίσουνε |
| Προστακτική | — | τηγάνιζε / τηγάνισε | — | — | τηγανίζετε / τηγανίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →