τηγανιά
•
- ποσότητα φαγητού που παρασκευάζεται τηγανίζοντας μια φορά Βικιλεξικό
- παραδοσιακό φαγητό της ελληνικής κουζίνας με χοιρινό κρέας ή κοτόπουλο Βικιλεξικό
- Πεντανόστιμα ορεκτικά όπως λαχταριστούς πρασοκεφτέδες, αγιορείτικη μελιτζανοσαλάτα, τηγανιά, καβουρμά με αυγά και πιπεριές και -φυσικά- τα πιο απολαυστικά γιαπράκια! (Πρώτο Θέμα, 07/02/2024 https://www.protothema.gr/greece/article/1464035/akis-petretzikis-tin-kuriaki-sto-proto-thema-mageireuoume-kai-timame-tin-kouzina-tis-makedonias/)
- το χτύπημα με τηγάνι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τηγανιά < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τηγανιά | τηγανιές |
| Γενική | τηγανιάς | τηγανιών |
| Αιτιατική | τηγανιά | τηγανιές |
| Κλητική | τηγανιά | τηγανιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →