τηλέμετρο
•
- τεχνολογίαόργανο, που χρησιμοποιείται στη ναυσιπλοΐα, τοπογραφία κ.λπ., και με το οποίο μετρούμε (μεγάλες) αποστάσεις με διάφορες μεθόδους (ραδιοηλεκτρικές, ακουστικές κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τηλέμετρο < τηλε- + μέτρο ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική télémètre ή (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική telemeter)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τηλέμετρο | τηλέμετρα |
| Γενική | τηλέμετρου / τηλεμέτρου | τηλεμέτρων |
| Αιτιατική | τηλέμετρο | τηλέμετρα |
| Κλητική | τηλέμετρο | τηλέμετρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →