Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τηλεμετρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την τηλεμετρία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με το τηλέμετρο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τηλεμετρικός < τηλεμετρία + -ικός # τηλεμετρικός < τηλέμετρο + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτηλεμετρικόςτηλεμετρικήτηλεμετρικό
Γενικήτηλεμετρικούτηλεμετρικήςτηλεμετρικού
Αιτιατικήτηλεμετρικότηλεμετρικήτηλεμετρικό
Κλητικήτηλεμετρικέτηλεμετρικήτηλεμετρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτηλεμετρικοίτηλεμετρικέςτηλεμετρικά
Γενικήτηλεμετρικώντηλεμετρικώντηλεμετρικών
Αιτιατικήτηλεμετρικούςτηλεμετρικέςτηλεμετρικά
Κλητικήτηλεμετρικοίτηλεμετρικέςτηλεμετρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →