τηλεμετρικός
•
- που έχει σχέση με την τηλεμετρία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- που έχει σχέση με το τηλέμετρο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τηλεμετρικός < τηλεμετρία + -ικός # τηλεμετρικός < τηλέμετρο + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τηλεμετρικός | τηλεμετρική | τηλεμετρικό |
| Γενική | τηλεμετρικού | τηλεμετρικής | τηλεμετρικού |
| Αιτιατική | τηλεμετρικό | τηλεμετρική | τηλεμετρικό |
| Κλητική | τηλεμετρικέ | τηλεμετρική | τηλεμετρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τηλεμετρικοί | τηλεμετρικές | τηλεμετρικά |
| Γενική | τηλεμετρικών | τηλεμετρικών | τηλεμετρικών |
| Αιτιατική | τηλεμετρικούς | τηλεμετρικές | τηλεμετρικά |
| Κλητική | τηλεμετρικοί | τηλεμετρικές | τηλεμετρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →