τηλεθέαση
•
- το να παρακολουθεί κάποιος τηλεοπτικά προγράμματα Βικιλεξικό
- το σύνολο των τηλεθεατών που παρακολουθούν μια εκπομπή· συνήθως υπολογίζεται στατιστικά, σύμφωνα με ένα συγκεκριμένο δείγμα μέτρησης το οποίο είναι αντιπροσωπευτικό του πληθυσμού Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: τηλεθεαματικότητα
Ετυμολογία
τηλεθέαση < τηλε- + θέαση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τηλεθέαση | τηλεθεάσεις |
| Γενική | τηλεθέασης | τηλεθεάσεων |
| Αιτιατική | τηλεθέαση | τηλεθεάσεις |
| Κλητική | τηλεθέαση | τηλεθεάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →