Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τηλεθεατής

/ti.le.θe.aˈtis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που παρακολουθεί τηλεοπτικά προγράμματα Βικιλεξικό
    • «Καλή ήμουν;» Ρωτάει ναζιάρικα η ξεκωλιάρα ρεπόρτερ. Με το καυτό της μίνι, το κολλητό μπλουζάκι που αναδεικνύει το πλούσιο στήθος της και τα κατακόκκινα σαρκώδη χείλια της , αναμφίβολα αποπροσανατολίζει τηλεθεατές και παρευρισκόμενους (Νίκος Βλαντής, Greek psycho, εκδ. Oxy, 2004, σελ. 20)
    • Ας πούμε εν τάχει ότι ο Πέτρος Σαπουντζής συνοψίζει ό,τι περισσότερο απεχθάνομαι στο ανθρώπινο είδος: τον τσαρλατανισμό, τον εξυπνακισμό, την ασπλαχνία, την τέχνη να θεωρείς ότι οι καλεσμένοι σου είναι ένα μάτσο σκατά, οι τηλεθεατές σου είναι ένα μάτσο σκατά κι εσύ ο σκατένιος μαέστρος της πιο σκατένιας ορχήστρας... (Πέτρος Τατσόπουλος, Η κυρία που λυπάται, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)

Ετυμολογία

τηλεθεατής < τηλε- + θεατής (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική téléspectateur)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτηλεθεατήςτηλεθεατές
Γενικήτηλεθεατήτηλεθεατών
Αιτιατικήτηλεθεατήτηλεθεατές
Κλητικήτηλεθεατήτηλεθεατές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →