Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τηλεπικοινωνία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μεταφορά πληροφοριών σε απόσταση με ηλεκτρική, ηλεκτρομαγνητική, ραδιοηλεκτρική, ή οπτική μέθοδο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τηλεπικοινωνία < τηλ- + επικοινωνία, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική télécommunication

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτηλεπικοινωνίατηλεπικοινωνίες
Γενικήτηλεπικοινωνίαςτηλεπικοινωνιών
Αιτιατικήτηλεπικοινωνίατηλεπικοινωνίες
Κλητικήτηλεπικοινωνίατηλεπικοινωνίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →