Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τηλεπικοινωνιακός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. τεχνολογίαεπαγγελματίας που ασχολείται με τις τηλεπικοινωνίες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τηλεπικοινωνιακός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτηλεπικοινωνιακή / τηλεπικοινωνιακός / τηλεπικοινωνιακότηλεπικοινωνιακές / τηλεπικοινωνιακοί / τηλεπικοινωνιακά
Γενικήτηλεπικοινωνιακής / τηλεπικοινωνιακού / τηλεπικοινωνιακούτηλεπικοινωνιακών / τηλεπικοινωνιακών / τηλεπικοινωνιακών
Αιτιατικήτηλεπικοινωνιακή / τηλεπικοινωνιακό / τηλεπικοινωνιακότηλεπικοινωνιακές / τηλεπικοινωνιακούς / τηλεπικοινωνιακά
Κλητικήτηλεπικοινωνιακή / τηλεπικοινωνιακέ / τηλεπικοινωνιακότηλεπικοινωνιακές / τηλεπικοινωνιακοί / τηλεπικοινωνιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

τηλεπικοινωνιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά την τηλεπικοινωνία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τηλεπικοινωνιακός < τηλεπικοινωνία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτηλεπικοινωνιακόςτηλεπικοινωνιακήτηλεπικοινωνιακό
Γενικήτηλεπικοινωνιακούτηλεπικοινωνιακήςτηλεπικοινωνιακού
Αιτιατικήτηλεπικοινωνιακότηλεπικοινωνιακήτηλεπικοινωνιακό
Κλητικήτηλεπικοινωνιακέτηλεπικοινωνιακήτηλεπικοινωνιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτηλεπικοινωνιακοίτηλεπικοινωνιακέςτηλεπικοινωνιακά
Γενικήτηλεπικοινωνιακώντηλεπικοινωνιακώντηλεπικοινωνιακών
Αιτιατικήτηλεπικοινωνιακούςτηλεπικοινωνιακέςτηλεπικοινωνιακά
Κλητικήτηλεπικοινωνιακοίτηλεπικοινωνιακέςτηλεπικοινωνιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →