Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τηλεργασία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςη εργασία για έναν εργοδότη ή έναν πελάτη που εκτελείται / γίνεται εκτός του παραδοσιακού εργασιακού χώρου (γραφείο, εταιρεία κ.λπ.), μέσω τηλεπικοινωνιακών μέσων και τεχνολογικών εργαλείων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τηλεργασία < τηλε- + εργασία ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική teleworking)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτηλεργασίατηλεργασίες
Γενικήτηλεργασίαςτηλεργασιών
Αιτιατικήτηλεργασίατηλεργασίες
Κλητικήτηλεργασίατηλεργασίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →