τηλεργάζομαι
•
- νεολογισμόςεκτελώ τηλεργασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τηλεργάζομαι < τηλε- + εργάζομαι ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική telework)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τηλεργάζομαι | τηλεργάζεσαι | τηλεργάζεται | τηλεργαζόμαστε | τηλεργάζεστε | τηλεργάζονται |
| Παρατατικός | τηλεργαζόμουν / τηλεργαζόμουνα | τηλεργαζόσουν / τηλεργαζόσουνα | τηλεργαζόταν / τηλεργαζότανε | τηλεργαζόμασταν / τηλεργαζόμαστε | τηλεργαζόσασταν / τηλεργαζόσαστε | τηλεργάζονταν / τηλεργαζόντουσαν |
| Αόριστος | τηλεργάστηκα | τηλεργάστηκες | τηλεργάστηκε | τηλεργαστήκαμε | τηλεργαστήκατε | τηλεργάστηκαν / τηλεργαστήκαν / τηλεργαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα τηλεργάζομαι / θα τηλεργαστώ | θα τηλεργάζεσαι / θα τηλεργαστείς | θα τηλεργάζεται / θα τηλεργαστεί | θα τηλεργαζόμαστε / θα τηλεργαστούμε | θα τηλεργάζεστε / θα τηλεργαστείτε | θα τηλεργάζονται / θα τηλεργαστούν / θα τηλεργαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω τηλεργαστεί | έχεις τηλεργαστεί | έχει τηλεργαστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τηλεργαστεί | είχες τηλεργαστεί | είχε τηλεργαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τηλεργαστεί / να τηλεργάζομαι / να τηλεργαστώ | να έχεις τηλεργαστεί / να τηλεργάζεσαι / να τηλεργαστείς | να έχει τηλεργαστεί / να τηλεργάζεται / να τηλεργαστεί | να τηλεργαζόμαστε / να τηλεργαστούμε | να τηλεργάζεστε / να τηλεργαστείτε | να τηλεργάζονται / να τηλεργαστούν / να τηλεργαστούνε |
| Προστακτική | — | τηλεργάζου / τηλεργάσου | — | — | τηλεργάζεστε / τηλεργαστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →