τηλεφωνείο
•
- γραφείο ή άλλος ειδικός χώρος όπου γίνονται τηλεφωνήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τηλεφωνείο < τηλέφων(ο) + -είο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τηλεφωνείο | τηλεφωνεία |
| Γενική | τηλεφωνείου | τηλεφωνείων |
| Αιτιατική | τηλεφωνείο | τηλεφωνεία |
| Κλητική | τηλεφωνείο | τηλεφωνεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →