τηλέφωνο
•
- συσκευήασύρματη ή ενσύρματη, με την οποία μπορούμε να συνομιλούμε με κάποιον απομακρυσμένο συνομιλητή Βικιλεξικό
- η εγκατάσταση μιας τηλεφωνικής συσκευής και η σύνδεσή της με το τηλεφωνικό δίκτυο που παρέχει τη δυνατότητα για τηλεφωνικές συνδιαλέξεις· η τηλεφωνική σύνδεση Βικιλεξικό
- δεν πλήρωσα το λογαριασμό και μου έκοψαν το τηλέφωνο
- ο αριθμός κλήσης ενός συνδρομητή μιας τηλεφωνικής εταιρείας Βικιλεξικό
- πες μου το τηλέφωνό σου να το γράψω στην ατζέντα μου
- Τι εννοούσε να την πάρει τηλέφωνο. Δεν είχε το τηλέφωνό της. (Δημήτρης Μαργέτας, Φταίει η Ακρόπολη, Swiss class press, 2025)
- μεταφορικάτο τηλέφωνο ντουζιέρας, ο καταιονητήρας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τηλέφωνο < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική telephone + -ο ή από τη γαλλική téléphone < διαγλωσσική ορολογία tele- < αρχαία ελληνική τῆλε + φωνή (τηλέ- + -φωνο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τηλέφωνο | τηλέφωνα |
| Γενική | τηλέφωνου / τηλεφώνου | τηλεφώνων |
| Αιτιατική | τηλέφωνο | τηλέφωνα |
| Κλητική | τηλέφωνο | τηλέφωνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →