Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τηλέφωνο

/tiˈle.fo.no/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. συσκευήασύρματη ή ενσύρματη, με την οποία μπορούμε να συνομιλούμε με κάποιον απομακρυσμένο συνομιλητή Βικιλεξικό
  2. η εγκατάσταση μιας τηλεφωνικής συσκευής και η σύνδεσή της με το τηλεφωνικό δίκτυο που παρέχει τη δυνατότητα για τηλεφωνικές συνδιαλέξεις· η τηλεφωνική σύνδεση Βικιλεξικό
    • δεν πλήρωσα το λογαριασμό και μου έκοψαν το τηλέφωνο
  3. ο αριθμός κλήσης ενός συνδρομητή μιας τηλεφωνικής εταιρείας Βικιλεξικό
    • πες μου το τηλέφωνό σου να το γράψω στην ατζέντα μου
    • Τι εννοούσε να την πάρει τηλέφωνο. Δεν είχε το τηλέφωνό της. (Δημήτρης Μαργέτας, Φταίει η Ακρόπολη, Swiss class press, 2025)
  4. μεταφορικάτο τηλέφωνο ντουζιέρας, ο καταιονητήρας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τηλέφωνο < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική telephone + -ο ή από τη γαλλική téléphone < διαγλωσσική ορολογία tele- < αρχαία ελληνική τῆλε + φωνή (τηλέ- + -φωνο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτηλέφωνοτηλέφωνα
Γενικήτηλέφωνου / τηλεφώνουτηλεφώνων
Αιτιατικήτηλέφωνοτηλέφωνα
Κλητικήτηλέφωνοτηλέφωνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →