τηλεφωνικός
•
- που έχει σχέση με το τηλέφωνο, αναφέρεται σ’ αυτό ή γίνεται μ’ αυτό Βικιλεξικό
- Ήταν η μοναδική εποχή που είχαμε κόψει κάθε επαφή, ακόμα και τηλεφωνική. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
Ετυμολογία
τηλεφωνικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική téléphonique ή αγγλική telephonic < telephone < αρχαία ελληνική τῆλε + φωνή + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τηλεφωνικός | τηλεφωνική | τηλεφωνικό |
| Γενική | τηλεφωνικού | τηλεφωνικής | τηλεφωνικού |
| Αιτιατική | τηλεφωνικό | τηλεφωνική | τηλεφωνικό |
| Κλητική | τηλεφωνικέ | τηλεφωνική | τηλεφωνικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τηλεφωνικοί | τηλεφωνικές | τηλεφωνικά |
| Γενική | τηλεφωνικών | τηλεφωνικών | τηλεφωνικών |
| Αιτιατική | τηλεφωνικούς | τηλεφωνικές | τηλεφωνικά |
| Κλητική | τηλεφωνικοί | τηλεφωνικές | τηλεφωνικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →