τηλεόραση
•
- η τεχνολογία και το σύνολο των υποδομών που επιτρέπουν την ασύρματη εκπομπή κινούμενων εικόνων και ήχου και την λήψη και αναπαραγωγή τους από κατάλληλους δέκτες Βικιλεξικό
- ένας ή περισσότεροι τηλεοπτικοί σταθμοί Βικιλεξικό
- η κρατική τηλεόραση / ιδιωτική τηλεόραση // δουλεύει στην τηλεόραση ως τεχνικός
- η ηλεκτρονική συσκευή που περιλαμβάνει τον δέκτη του τηλεοπτικού σήματος και την οθόνη για την αναπαραγωγή των εικόνων Βικιλεξικό
- αγοράσαμε καινούρια τηλεόραση 42 ιντσών
- οι τηλεοπτικές εκπομπές Βικιλεξικό
- τα παιδιά καλό είναι να μην παρακολουθούν τηλεόραση πάνω από μία ώρα
Ετυμολογία
τηλεόραση < τηλε- + όραση, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική < télé- (< αρχαία ελληνική τηλε-) + vision: θέαμα, όραση)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τηλεόραση | τηλεοράσεις |
| Γενική | τηλεόρασης | τηλεοράσεων |
| Αιτιατική | τηλεόραση | τηλεοράσεις |
| Κλητική | τηλεόραση | τηλεοράσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →