τηλεορασάκιας
•
- προφορικόαυτός που του αρέσει να βλέπει πολλές ώρες τηλεόραση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τηλεορασάκιας < τηλεόρασ(η) + -άκιας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τηλεορασάκιας | τηλεορασάκηδες |
| Γενική | τηλεορασάκια | τηλεορασάκηδων |
| Αιτιατική | τηλεορασάκια | τηλεορασάκηδες |
| Κλητική | τηλεορασάκια | τηλεορασάκηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →