τιμονεύω
•
- κρατώ το τιμόνι μέσου μεταφοράς Βικιλεξικό
- χειρίζομαι το τιμόνι σε ακολουθούμενη πορεία. Βικιλεξικό
- μεταφορικάασκώ διοίκηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τιμονεύω < τιμόνι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
τιμονεύω < τιμόνι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →