τιμονιάζω
•
- κρατώ το τιμόνι μέσου μεταφοράς Βικιλεξικό
- χειρίζομαι το τιμόνι σε ακολουθούμενη πορεία. Βικιλεξικό
- μεταφορικάασκώ διοίκηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τιμονιάζω < τιμόνι
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τιμονιάζω | τιμονιάζεις | τιμονιάζει | τιμονιάζουμε | τιμονιάζετε | τιμονιάζουν / τιμονιάζουνε |
| Παρατατικός | τιμόνιαζα | τιμόνιαζες | τιμόνιαζε | τιμονιάζαμε | τιμονιάζατε | τιμονιάζαν / τιμονιάζανε / τιμόνιαζαν |
| Αόριστος | τιμόνιασα | τιμόνιασες | τιμόνιασε | τιμονιάσαμε | τιμονιάσατε | τιμονιάσαν / τιμονιάσανε / τιμόνιασαν |
| Μέλλοντας | θα τιμονιάζω / θα τιμονιάσω | θα τιμονιάζεις / θα τιμονιάσεις | θα τιμονιάζει / θα τιμονιάσει | θα τιμονιάζουμε / θα τιμονιάσουμε | θα τιμονιάζετε / θα τιμονιάσετε | θα τιμονιάζουν / θα τιμονιάζουνε / θα τιμονιάσουν / θα τιμονιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τιμονιάσει | έχεις τιμονιάσει | έχει τιμονιάσει | έχουμε τιμονιάσει | έχετε τιμονιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τιμονιάσει | είχες τιμονιάσει | είχε τιμονιάσει | είχαμε τιμονιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τιμονιάσει / να τιμονιάζω / να τιμονιάσω | να έχεις τιμονιάσει / να τιμονιάζεις / να τιμονιάσεις | να έχει τιμονιάσει / να τιμονιάζει / να τιμονιάσει | να έχουμε τιμονιάσει / να τιμονιάζουμε / να τιμονιάσουμε | να έχετε τιμονιάσει / να τιμονιάζετε / να τιμονιάσετε | να τιμονιάζουν / να τιμονιάζουνε / να τιμονιάσουν / να τιμονιάσουνε |
| Προστακτική | — | τιμόνιαζε / τιμόνιασε | — | — | τιμονιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
τιμονιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →