τιμωρούμαι
•
- παθαίνω κάτι κακό από κάποιον άλλον ως συνέπεια των σφαλμάτων μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τιμωρούμαι < παθητική φωνή του ρήματος τιμωρώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τιμωρούμαι | τιμωρείσαι | τιμωρείται | τιμωρούμαστε | τιμωρείστε | τιμωρούνται |
| Παρατατικός | τιμωρούμουν | τιμωρούσουν | τιμωρούνταν | τιμωρούμασταν / τιμωρούμαστε | τιμωρούσασταν / τιμωρούσαστε | τιμωρούνταν |
| Αόριστος | τιμωρήθηκα | τιμωρήθηκες | τιμωρήθηκε | τιμωρηθήκαμε | τιμωρηθήκατε | τιμωρήθηκαν / τιμωρηθήκαν / τιμωρηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα τιμωρηθώ / θα τιμωρούμαι | θα τιμωρείσαι / θα τιμωρηθείς | θα τιμωρείται / θα τιμωρηθεί | θα τιμωρηθούμε / θα τιμωρούμαστε | θα τιμωρείστε / θα τιμωρηθείτε | θα τιμωρηθούν / θα τιμωρηθούνε / θα τιμωρούνται |
| Παρακείμενος | έχω τιμωρηθεί | έχεις τιμωρηθεί | έχει τιμωρηθεί | έχουμε τιμωρηθεί | έχετε τιμωρηθεί | έχουν τιμωρηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα τιμωρηθεί | είχες τιμωρηθεί | είχε τιμωρηθεί | είχαμε τιμωρηθεί | είχατε τιμωρηθεί | είχαν τιμωρηθεί |
| Υποτακτική | να έχω τιμωρηθεί / να τιμωρηθώ / να τιμωρούμαι | να έχεις τιμωρηθεί / να τιμωρείσαι / να τιμωρηθείς | να έχει τιμωρηθεί / να τιμωρείται / να τιμωρηθεί | να έχουμε τιμωρηθεί / να τιμωρηθούμε / να τιμωρούμαστε | να έχετε τιμωρηθεί / να τιμωρείστε / να τιμωρηθείτε | να έχουν τιμωρηθεί / να τιμωρηθούν / να τιμωρηθούνε / να τιμωρούνται |
| Προστακτική | — | τιμωρήσου | — | — | τιμωρείστε / τιμωρηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →