Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τοιχοκολλώ

ρήμα
•
  1. κολλάω σε τοίχους κάποια ανακοίνωση, αναγγελία κ.λπ. ή αφίσες διαφημιστικού, πολιτικού ή άλλου περιεχομένου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τοιχοκολλώ < τοίχος + -ο- + κολλώ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική afficher)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτοιχοκολλώτοιχοκολλείςτοιχοκολλείτοιχοκολλούμετοιχοκολλείτετοιχοκολλούν / τοιχοκολλούνε
Παρατατικόςτοιχοκολλούσατοιχοκολλούσεςτοιχοκολλούσετοιχοκολλούσαμετοιχοκολλούσατετοιχοκολλούσαν / τοιχοκολλούσανε
Αόριστοςτοιχοκόλλησατοιχοκόλλησεςτοιχοκόλλησετοιχοκολλήσαμετοιχοκολλήσατετοιχοκολλήσαν / τοιχοκολλήσανε / τοιχοκόλλησαν
Μέλλονταςθα τοιχοκολλήσω / θα τοιχοκολλώθα τοιχοκολλήσεις / θα τοιχοκολλείςθα τοιχοκολλήσει / θα τοιχοκολλείθα τοιχοκολλήσουμε / θα τοιχοκολλούμεθα τοιχοκολλήσετε / θα τοιχοκολλείτεθα τοιχοκολλήσουν / θα τοιχοκολλήσουνε / θα τοιχοκολλούν / θα τοιχοκολλούνε
Παρακείμενοςέχω τοιχοκολλήσειέχεις τοιχοκολλήσειέχει τοιχοκολλήσειέχουμε τοιχοκολλήσειέχετε τοιχοκολλήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα τοιχοκολλήσειείχες τοιχοκολλήσειείχε τοιχοκολλήσειείχαμε τοιχοκολλήσει——
Υποτακτικήνα έχω τοιχοκολλήσει / να τοιχοκολλήσω / να τοιχοκολλώνα έχεις τοιχοκολλήσει / να τοιχοκολλήσεις / να τοιχοκολλείςνα έχει τοιχοκολλήσει / να τοιχοκολλήσει / να τοιχοκολλείνα έχουμε τοιχοκολλήσει / να τοιχοκολλήσουμε / να τοιχοκολλούμενα έχετε τοιχοκολλήσει / να τοιχοκολλήσετε / να τοιχοκολλείτενα τοιχοκολλήσουν / να τοιχοκολλήσουνε / να τοιχοκολλούν / να τοιχοκολλούνε
Προστακτική—τοιχοκόλλει / τοιχοκόλλησε——τοιχοκολλήστε / τοιχοκολλείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →