Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τοκογλύφος

/to.koˈɣli.fos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κάποιος που κατ’ επάγγελμα δανείζει παρανόμως χρήματα με πολύ υψηλό τόκο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τοκογλύφος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τοκογλύφος < αρχαία ελληνική γλύφω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτοκογλύφοςτοκογλύφοι
Γενικήτοκογλύφουτοκογλύφων
Αιτιατικήτοκογλύφοτοκογλύφους
Κλητικήτοκογλύφετοκογλύφοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →