τολμάω
•
- ενεργώ χωρίς φόβο, χωρίς δισταγμούς, κάνω κάτι με τόλμη Βικιλεξικό
- Κανείς δεν τολμάει να του πει την αλήθεια.
- Τώρα λοιπόν που απέδειξα ότι εγώ είμαι μόνο δημοσιογράφος, το γύρισες και λες πως δεν τόλμησα να εκτεθώ από φόβο μήπως δεν έβγαινα.
- Το Μαράκι στη γωνιά θα συναντήση,
- τον καλό της, η Κική θα τον προσμένη
- να φανή, την Πόπη κάποιος θα τολμήση
- το κατόπι της να πάρη, ενώ διαβαίνει.
- εκφράσεις: παίρνω στο κατόπι, τοκατόπι
- κάνω ή λέω κάτι με θράσος, ξεπερνάω τα όρια Βικιλεξικό
- Πώς τολμάς και μιλάς έτσι στους γονείς σου;
Ετυμολογία
τολμάω < τολμ(ώ) με νεότερο επίθημα -άω· κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική τολμῶ, συνηρημένου τύπου του τολμάω
Άλλοι τύποι
τολμήθηκατολμημένοςτολμιέμαιτολμώτολμώμαιτόλμησα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →