τολμηρός
•
- που δε διστάζει να κάνει επικίνδυνες ενέργειες, για να υπερνικήσει εμπόδια Βικιλεξικό
- 20ός/21ος αιώνας ⌘ Λένα Διβάνη, 1955‑ Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας, εκδόσεις: Πατάκης, 2020
- που έχει θράσος ή/και αναίδεια Βικιλεξικό
- που υπερβαίνει τα όρια της ηθικής Βικιλεξικό
- (ειδικότερα) που προκαλεί ερωτικά με το περιεχόμενο ή την εμφάνιση
- μια τολμηρή εμφάνιση, ένα τολμηρό ντεκολτέ
Ετυμολογία
τολμηρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τολμηρός < τόλμ(η) + -ηρός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τολμηρός | τολμηρή | τολμηρό |
| Γενική | τολμηρού | τολμηρής | τολμηρού |
| Αιτιατική | τολμηρό | τολμηρή | τολμηρό |
| Κλητική | τολμηρέ | τολμηρή | τολμηρό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τολμηροί | τολμηρές | τολμηρά |
| Γενική | τολμηρών | τολμηρών | τολμηρών |
| Αιτιατική | τολμηρούς | τολμηρές | τολμηρά |
| Κλητική | τολμηροί | τολμηρές | τολμηρά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →