Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τολμητίας

/tol.miˈti.as/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. τολμηρός άνθρωπος Βικιλεξικό
    • Και καλά ο τύπος ή η τύπισσα που έγραψε το ονοματεπώνυμό του στην κόλλα των εξετάσεων, την παρέδωσε και σηκώθηκε να φύγει. Μπορεί να το έκανε για οποιονδήποτε λόγο. Πες ότι είχε βάλει στοίχημα ότι μπορεί να περάσει και έτσι. Υποθέτω, δε, ότι ως τολμητίας θα είχε απαιτήσει υψηλή απόδοση σε περίπτωση που προέκυπτε το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Ετυμολογία

τολμητίας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τολμητίας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτολμητίαςτολμητίες
Γενικήτολμητίατολμητίων
Αιτιατικήτολμητίατολμητίες
Κλητικήτολμητίατολμητίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →