τολμητίας
•
- τολμηρός άνθρωπος Βικιλεξικό
- Και καλά ο τύπος ή η τύπισσα που έγραψε το ονοματεπώνυμό του στην κόλλα των εξετάσεων, την παρέδωσε και σηκώθηκε να φύγει. Μπορεί να το έκανε για οποιονδήποτε λόγο. Πες ότι είχε βάλει στοίχημα ότι μπορεί να περάσει και έτσι. Υποθέτω, δε, ότι ως τολμητίας θα είχε απαιτήσει υψηλή απόδοση σε περίπτωση που προέκυπτε το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Ετυμολογία
τολμητίας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τολμητίας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τολμητίας | τολμητίες |
| Γενική | τολμητία | τολμητίων |
| Αιτιατική | τολμητία | τολμητίες |
| Κλητική | τολμητία | τολμητίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →