τονώνω
•
- ενδυναμώνω, αυξάνω τη ζωντάνια και την ενεργητικότητα Βικιλεξικό
- η καλή διατροφή τονώνει τον οργανισμό
- μεταφορικάαναζωογονώ, εμψυχώνω Βικιλεξικό
- προσπαθούσε να τονώσει το ηθικό της
Ετυμολογία
τονώνω < τονόω-ῶ < τόνος της αρχαίας ελληνικής
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τονώνω | τονώνεις | τονώνει | τονώνουμε | τονώνετε | τονώνουν / τονώνουνε |
| Παρατατικός | τόνωνα | τόνωνες | τόνωνε | τονώναμε | τονώνατε | τονώναν / τονώνανε / τόνωναν |
| Αόριστος | τόνωσα | τόνωσες | τόνωσε | τονώσαμε | τονώσατε | τονώσαν / τονώσανε / τόνωσαν |
| Μέλλοντας | θα τονώνω / θα τονώσω | θα τονώνεις / θα τονώσεις | θα τονώνει / θα τονώσει | θα τονώνουμε / θα τονώσουμε | θα τονώνετε / θα τονώσετε | θα τονώνουν / θα τονώνουνε / θα τονώσουν / θα τονώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τονώσει | έχεις τονώσει | έχει τονώσει | έχουμε τονώσει | έχετε τονώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τονώσει | είχες τονώσει | είχε τονώσει | είχαμε τονώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τονώσει / να τονώνω / να τονώσω | να έχεις τονώσει / να τονώνεις / να τονώσεις | να έχει τονώσει / να τονώνει / να τονώσει | να έχουμε τονώσει / να τονώνουμε / να τονώσουμε | να έχετε τονώσει / να τονώνετε / να τονώσετε | να τονώνουν / να τονώνουνε / να τονώσουν / να τονώσουνε |
| Προστακτική | — | τόνωνε / τόνωσε | — | — | τονώνετε / τονώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →