τονωτικός
•
- κυριολεκτικάπου συμβάλλει στην τόνωση, την ενίσχυση, την ενδυνάμωση Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου συμβάλλει στην τόνωση, την ενθάρρυνση, την εμψύχωση Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοτονωτικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τονωτικός < ελληνιστική κοινή τονωτικός < τονόω < αρχαία ελληνική τόνος ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική tonique ή (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική tonic)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τονωτικός | τονωτική | τονωτικό |
| Γενική | τονωτικού | τονωτικής | τονωτικού |
| Αιτιατική | τονωτικό | τονωτική | τονωτικό |
| Κλητική | τονωτικέ | τονωτική | τονωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τονωτικοί | τονωτικές | τονωτικά |
| Γενική | τονωτικών | τονωτικών | τονωτικών |
| Αιτιατική | τονωτικούς | τονωτικές | τονωτικά |
| Κλητική | τονωτικοί | τονωτικές | τονωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →