τοξοβολία
•
- αθλητισμόςάθλημα κατά το οποίο ρίπτεται βέλος σε καθορισμένο στόχο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τοξοβολία < ελληνιστική κοινή τοξοβολία < τοξοβόλος < αρχαία ελληνική τόξον + βάλλω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική tir à l’arc)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τοξοβολία | τοξοβολίες |
| Γενική | τοξοβολίας | τοξοβολιών |
| Αιτιατική | τοξοβολία | τοξοβολίες |
| Κλητική | τοξοβολία | τοξοβολίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →