Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τόξο

/ˈto.kso/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οπλισμόςτο όπλο για την εκτόξευση βελών· αποτελείται από ένα καμπύλο κομμάτι ξύλου ή άλλου υλικού, στις δύο άκρες του οποίου δένεται μία χορδή Βικιλεξικό
  2. γεωμετρίατο τμήμα της περιφέρειας ενός κύκλου Βικιλεξικό
  3. αρχιτεκτονικήη αψίδα Βικιλεξικό
  4. οτιδήποτε μοιάζει στο σχήμα με τόξο Βικιλεξικό
    • Ἀνάμεσα στά δυό ἡμικυκλικά φρύδια ἀρχίζει τό ἔντονο ρινικό ὀστοῦν πού καταλήγει σέ δυό μεγάλα ρουθούνια. Μιά ὁριζόντια γραμμή χωρίζει τά ρουθούνια ἀπό τό ρινικόν ὀστοῦν. Τά αὐτιά ἀποδίδονται μέ δυό μικρά τόξα κάτω ἀπό τά κέρατα (Πάντος Α. Πάντος, Τα σφραγίσματα της Αιτωλικής Καλλιπόλεως, Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, 1985)

Ετυμολογία

τόξο < αρχαία ελληνική τόξον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτόξοτόξα
Γενικήτόξουτόξων
Αιτιατικήτόξοτόξα
Κλητικήτόξοτόξα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →