τοπικισμός
•
- η προσκόλληση στα συμφέροντα της ιδιαίτερης πατρίδας, του τόπου κάποιου, και η αδιαφορία για τα ευρύτερα εθνικά ή υπερεθνικά / υπερτοπικά συμφέροντα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τοπικισμός < τοπικός + -ισμός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική localism)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τοπικισμός | τοπικισμοί |
| Γενική | τοπικισμού | τοπικισμών |
| Αιτιατική | τοπικισμό | τοπικισμούς |
| Κλητική | τοπικισμέ | τοπικισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →