Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τοπικιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον τοπικισμό ή αναφέρεται σ' αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τοπικιστικός < τιποκιστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτοπικιστικόςτοπικιστικήτοπικιστικό
Γενικήτοπικιστικούτοπικιστικήςτοπικιστικού
Αιτιατικήτοπικιστικότοπικιστικήτοπικιστικό
Κλητικήτοπικιστικέτοπικιστικήτοπικιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτοπικιστικοίτοπικιστικέςτοπικιστικά
Γενικήτοπικιστικώντοπικιστικώντοπικιστικών
Αιτιατικήτοπικιστικούςτοπικιστικέςτοπικιστικά
Κλητικήτοπικιστικοίτοπικιστικέςτοπικιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →