Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τοπικός

/to.piˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται ή συμβαίνει ή αναφέρεται σε έναν συγκεκριμένο τόπο Βικιλεξικό
    • τοπικά προϊόντα, τοπική διάλεκτος
  2. που περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο τόπο Βικιλεξικό
    • τοπικά καιρικά φαινόμενα
    • Χρησιμοποιούνται επίσης υποκοριστικά ως τοπωνύμια (Παναγίτσα, Προδρόμι < Άγιος Πρόδρομος), ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις παραλείπεται το προσωπωνύμιο του αγίου ή της αγίας και το τοπωνύμιο εκφέρεται μόνο με τον τοπικό ή κτητορικό προσδιορισμό: Σπηλιώτισσα (=Παναγιά η Σπηλιώτισσα), Ρωμανού (παλιά μονή ιδιοκτησίας σήμερα της οικογένειας Ρωμανού) κ.ά. (Τα τοπωνύμια της Ελλάδας και η προέλευσή τους, εφημερίδα Πρώτο Θέμα, 24/01/2021 https://www.protothema.gr/stories/article/1087679/ta-toponumia-tis-elladas-kai-i-proeleusi-tous/)
  3. που αφορά τμήμα ενός αντικειμένου Βικιλεξικό
  4. που αφορά μέρος του ανθρώπινου σώματος Βικιλεξικό
    • τοπική αναισθησία
  5. γραμματικήπου αφορά έναν τόπο Βικιλεξικό
    • τοπική αντωνυμία
  6. πληροφορικήlocal: μπορεί να αναφέρεται στην τοπική μεταβλητή, στο τοπικό δίκτυο ή στον τοπικό υπολογιστή που συνδέεται σε ένα δίκτυο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τοπικός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τοπικός και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική local : (για το μέρος του σώματος) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική topique < αρχαία ελληνική τοπικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτοπικόςτοπικήτοπικό
Γενικήτοπικούτοπικήςτοπικού
Αιτιατικήτοπικότοπικήτοπικό
Κλητικήτοπικέτοπικήτοπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτοπικοίτοπικέςτοπικά
Γενικήτοπικώντοπικώντοπικών
Αιτιατικήτοπικούςτοπικέςτοπικά
Κλητικήτοπικοίτοπικέςτοπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →