τοπικός
•
- που βρίσκεται ή συμβαίνει ή αναφέρεται σε έναν συγκεκριμένο τόπο Βικιλεξικό
- τοπικά προϊόντα, τοπική διάλεκτος
- που περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο τόπο Βικιλεξικό
- τοπικά καιρικά φαινόμενα
- Χρησιμοποιούνται επίσης υποκοριστικά ως τοπωνύμια (Παναγίτσα, Προδρόμι < Άγιος Πρόδρομος), ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις παραλείπεται το προσωπωνύμιο του αγίου ή της αγίας και το τοπωνύμιο εκφέρεται μόνο με τον τοπικό ή κτητορικό προσδιορισμό: Σπηλιώτισσα (=Παναγιά η Σπηλιώτισσα), Ρωμανού (παλιά μονή ιδιοκτησίας σήμερα της οικογένειας Ρωμανού) κ.ά. (Τα τοπωνύμια της Ελλάδας και η προέλευσή τους, εφημερίδα Πρώτο Θέμα, 24/01/2021 https://www.protothema.gr/stories/article/1087679/ta-toponumia-tis-elladas-kai-i-proeleusi-tous/)
- που αφορά τμήμα ενός αντικειμένου Βικιλεξικό
- που αφορά μέρος του ανθρώπινου σώματος Βικιλεξικό
- τοπική αναισθησία
- γραμματικήπου αφορά έναν τόπο Βικιλεξικό
- τοπική αντωνυμία
- πληροφορικήlocal: μπορεί να αναφέρεται στην τοπική μεταβλητή, στο τοπικό δίκτυο ή στον τοπικό υπολογιστή που συνδέεται σε ένα δίκτυο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τοπικός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τοπικός και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική local : (για το μέρος του σώματος) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική topique < αρχαία ελληνική τοπικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τοπικός | τοπική | τοπικό |
| Γενική | τοπικού | τοπικής | τοπικού |
| Αιτιατική | τοπικό | τοπική | τοπικό |
| Κλητική | τοπικέ | τοπική | τοπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τοπικοί | τοπικές | τοπικά |
| Γενική | τοπικών | τοπικών | τοπικών |
| Αιτιατική | τοπικούς | τοπικές | τοπικά |
| Κλητική | τοπικοί | τοπικές | τοπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →