τοπολογία
•
- η μελέτη ενός τόπου (ως προς τη γεωγραφία του, την ιστορία του, τις ιδιότητές του κ.α.). Βικιλεξικό
- μαθηματικάκλάδος των μαθηματικών που μελέτα εκείνες τις ιδιότητες των γεωμετρικών σχηματισμών που παραμένουν αμετάβλητες όταν αυτοί υπόκεινται σε ελαστικές παραμορφώσεις, όπως για παράδειγμα σε έκταση ή σε συστροφή (ομοιομορφισμοί). Η τοπολογία, δηλαδή, ενδιαφέρεται για τις γενικές ιδιότητες ενός τοπολογικού χώρου και όχι για τις ιδιότητες των ποικίλων διαμορφώσεων που αυτός μπορεί να λάβει. Βασικές έννοιες: συνέχεια, σύγκλιση. Βικιλεξικό
- για την τοπολογία μία σφαίρα και ένας κύβος είναι ισοδύναμοι
- τηλεπικοινωνίεςΗ διάταξη με την οποία συνδέονται οι κόμβοι (nodes) μέσω καναλιών (links) σε ένα δίκτυο τηλεπικοινωνιών (βλ. και τοπολογία δικτύου) Βικιλεξικό
- η τοπολογία ενός δικτύου μπορεί να έχει δομή αστέρα (star), δακτυλίου (ring), αρτηρίας (bus) ή βρόχου (mesh)
Ετυμολογία
τοπολογία < τόπος + -λογία (< λόγος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τοπολογία | τοπολογίες |
| Γενική | τοπολογίας | τοπολογιών |
| Αιτιατική | τοπολογία | τοπολογίες |
| Κλητική | τοπολογία | τοπολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →