τοπολογικός
•
- που έχει σχέση με την τοπολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τοπολογικός < τοπολογία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τοπολογικός | τοπολογική | τοπολογικό |
| Γενική | τοπολογικού | τοπολογικής | τοπολογικού |
| Αιτιατική | τοπολογικό | τοπολογική | τοπολογικό |
| Κλητική | τοπολογικέ | τοπολογική | τοπολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τοπολογικοί | τοπολογικές | τοπολογικά |
| Γενική | τοπολογικών | τοπολογικών | τοπολογικών |
| Αιτιατική | τοπολογικούς | τοπολογικές | τοπολογικά |
| Κλητική | τοπολογικοί | τοπολογικές | τοπολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →