Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τοπολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την τοπολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τοπολογικός < τοπολογία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτοπολογικόςτοπολογικήτοπολογικό
Γενικήτοπολογικούτοπολογικήςτοπολογικού
Αιτιατικήτοπολογικότοπολογικήτοπολογικό
Κλητικήτοπολογικέτοπολογικήτοπολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτοπολογικοίτοπολογικέςτοπολογικά
Γενικήτοπολογικώντοπολογικώντοπολογικών
Αιτιατικήτοπολογικούςτοπολογικέςτοπολογικά
Κλητικήτοπολογικοίτοπολογικέςτοπολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →