Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τοπωνύμιο

/to.poˈni.mi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η γεωγραφική ονομασία ενός τόπου (χώρα, πόλη, βουνό, ποταμός, κλπ.) Βικιλεξικό
    • Τα εξελληνισμένα προσωπωνύμια και τοπωνύμια κύριο γνώρισμα έχουν την ένταξή τους στο ελληνικό κλιτικό σύστημα: η Καπύη, της Καπύης· οι Αββασίδες, των Αββασιδών· το Κίελο, του Κιέλου· η Κολωνία, της Κολωνίας. (∆. Ν. Μαρωνίτης, Το Εγκόλπιο της ορθής γραφής, περιοδικό Ταχυδρόµος 1998 https://eclass.uoa.gr/modules/document/file.php/MEDIA189/%CE%9C%CE%B1%CF%81%CF%89%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82%2C%20%CE%A4%CE%BF%20%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CF%80%CE%B9%CE%BF%20%CF%84%CE%B7%CF%82%20%CE%BF%CF%81%CE%B8%CE%AE%CF%82%20%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AE%CF%82.pdf)
    • Χρησιμοποιούνται επίσης υποκοριστικά ως τοπωνύμια (Παναγίτσα, Προδρόμι < Άγιος Πρόδρομος), ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις παραλείπεται το προσωπωνύμιο του αγίου ή της αγίας και το τοπωνύμιο εκφέρεται μόνο με τον τοπικό ή κτητορικό προσδιορισμό: Σπηλιώτισσα (=Παναγιά η Σπηλιώτισσα), Ρωμανού (παλιά μονή ιδιοκτησίας σήμερα της οικογένειας Ρωμανού) κ.ά. (Τα τοπωνύμια της Ελλάδας και η προέλευσή τους, εφημερίδα Πρώτο Θέμα, 24/01/2021 https://www.protothema.gr/stories/article/1087679/ta-toponumia-tis-elladas-kai-i-proeleusi-tous/)
    • γιὰ ξενικά τοπωνύμια, εἶναι δύσκολο νὰ διαπιστωθεῖ ἂν τὸ προσωπωνύμιο ἔγινε τοπωνύμιο ἤ, ἀντίθετα, τὸ τοπωνύμιο ἔγινε προσωπωνύμιο. Απὸ τὸ χωριὸ ἡ Γρανίτσα ἔγινε τὸ πατριδωνύμιο ὁ Γρανίτσας. ̓Απὸ τὸ χωριὸ τὸ Λιδορίκι ἔγινε ὁ Λιδορίκης, ἀπό τό βουνό ὁ Παρνασσός ἔγινε τό ἐπώνυμο ὁ Παρνασσός ἤ Παρνασσάς (Νέα εστία, τόμος 84, 1968, σελ. 1167)

Ετυμολογία

τοπωνύμιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική toponymie < αρχαία ελληνική τόπος, τοπ- + -ωνύμιο (< ὄνυμα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτοπωνύμιοτοπωνύμια
Γενικήτοπωνυμίου / τοπωνύμιουτοπωνυμίων
Αιτιατικήτοπωνύμιοτοπωνύμια
Κλητικήτοπωνύμιοτοπωνύμια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →