Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τοτινός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. προφορικόπου έχει σχέση με το τότε (το παρελθόν, την παλαιότερη εποχή), ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τοτινός < τότε + -ινός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτοτινόςτοτινήτοτινό
Γενικήτοτινούτοτινήςτοτινού
Αιτιατικήτοτινότοτινήτοτινό
Κλητικήτοτινέτοτινήτοτινό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτοτινοίτοτινέςτοτινά
Γενικήτοτινώντοτινώντοτινών
Αιτιατικήτοτινούςτοτινέςτοτινά
Κλητικήτοτινοίτοτινέςτοτινά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →