τοτινός
•
- προφορικόπου έχει σχέση με το τότε (το παρελθόν, την παλαιότερη εποχή), ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τοτινός < τότε + -ινός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τοτινός | τοτινή | τοτινό |
| Γενική | τοτινού | τοτινής | τοτινού |
| Αιτιατική | τοτινό | τοτινή | τοτινό |
| Κλητική | τοτινέ | τοτινή | τοτινό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τοτινοί | τοτινές | τοτινά |
| Γενική | τοτινών | τοτινών | τοτινών |
| Αιτιατική | τοτινούς | τοτινές | τοτινά |
| Κλητική | τοτινοί | τοτινές | τοτινά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →